"Μέρες αδέσποτες σφυρίζουν στο μπαλκόνι μου... Μέρες αδέσποτες σφηνώθηκαν στην πόλη μου... Σημαδεύουνε το μέλλον, πετυχαίνουν το παρόν και με στρίμωξαν σε ατέλειωτο κρυφτό..."Χρήστος Θηβαίος
Και να που τώρα,αδέσποτες μέρες με έχουν εξαναγκάσει σ'αυτό το παιδικό παιχνίδι...
Είναι το παιχνίδι που με προστάζει να ανακαλύψω την πιο έξυπνη κρυψώνα ενώ εκείνος,ανυποψίαστος ως είναι,μετρά 5 10 15 20 25 με σταθερό,αγχωτικό ρυθμό.. Άραγε θα σταματήσει σε κάποιον αριθμό;..
Εγώ μένω κρυμμένη,σε απόσταση ασφαλείας από αυτόν που με σφραγισμένα μάτια με αγνοεί..Περιμένω το τέλος του αριθμητικού του παραληρήματος..Περιμένω τη στιγμή που θα ανοίξει τα μάτια του και θα σαρώσει την περιοχή με το βλέμμα του,ενώ το δικό μου βλέμμα,εξαρτημένο καθώς είναι απ'την εικόνα του,θα τον καταδιώκει..Περιμένω ένα λάθος βήμα του που θα τον απομακρύνει από την ευρηματική κρυψώνα μου και παράλληλα από εμένα..Και τότε θα έχει έρθει η στιγμή του αιφνιδιασμού..(..Αιφνιδιασμός για μένα..όχι για εκείνον..σίγουρα όχι για εκείνον..)
"Φτου ξελευθερίαααααααααααα.."
Κι αν τελικά δεν καταφέρω να φτύσω με θράσος το σκλαβωτικό μου συναίσθημα; Κι αν δεν μπορέσω να φωνάξω τη λυτρωτική αυτή φράση;.. Κι αν φυλακιστώ στην κρυψώνα μου;..
"Ξύπνησα μες τον ύπνο μου κι άκουσα δυο φωνές... Η μια μου είπε ξέχνα την και πάψε πια να κλαις. Μα η άλλη ήταν η δική σου μεσ'απ'του ύπνου του εφιάλτη τις γραμμές Μου'λεγε αγάπη μου κοιμίσου, θα'μαι κοντά σου όταν με θες... Τα χρόνια είναι αμέτρητα μα είν'η ζωή μικρή... Συνήθισα να σ'αγαπώ συνήθισες κι εσύ. Μα είναι τα χρόνια ένα δοχείο, ένα φθηνό ξενοδοχείο για δυο στιγμές, για να χωράει κάπου ο πόνος τις νύχτες όταν μένω μόνος τις σιωπές μου να μετράω, να σε θυμάμαι όταν πονάω να μου λες θα'μαι κοντά σου όταν με θες...
Το παραμύθι τέλειωσε κι αρχίζει η ζωή... Αχ, να'ταν η αλήθεια σου σαν ψέμα αληθινή. Τί να την κάνω τη ζωή μου;... στο παραμύθι θα τη ρίξω να πνιγεί, να παραμυθιαστεί η ψυχή μου, να σε πιστέψει πάλι άπο την αρχή... να σε πιστεύει όταν μ'αγγίζεις, τις νύχτες όταν ψυθιρίζεις όταν λες θα'μαι κοντά σου όταν με θες..."
Αλκίνοος Ιωαννίδης.
Πόση αλήθεια κρύβουν αυτές οι -τόσο εύστοχα βαλμένες στη σειρά- λέξεις και πόσο όμορφα αντηχεί η φράση "...θα'μαι κοντά σου όταν με θες..." !
... ενθουσιάστηκα, πίστεψα, πείστηκα, προβληματίστηκα, τρόμαξα..Ντρέπομαι όμως να παραδεχτώ πως εν τέλει συμβιβάστηκα.Συμβιβάστηκα με την πιο ασφαλή εκδοχή των ονείρων μου.Επαναπαύτηκα στην ιδέα ότι ο χρόνος θα μου δώσει την ευκαιρία να εκτονώσω τα απωθημένα που γεννούν οι τωρινές μου επιλογές.
-Όλα θα γίνουν. -Πότε θα γίνουν; Στο μέλλον...στο απροσδιόριστο μέλλον...όταν άλλα,νέα όνειρα θα θυσιάζονται στο βωμό αυτής της δειλής λογικής...όταν η αποφυγή του ρίσκου θα έχει γίνει συνείδηση...όταν θα είμαι προσκολλημένη σε αντιλήψεις που τώρα με αηδιάζουν!
Τότε ελπίζω ότι θα κάνω την ανατροπή;Τότε ελπίζω ότι θα βρω το θάρρος να ζήσω όπως εγώ θέλω κι όχι όπως ορίζουν τα πρότυπα;Πρότυπα που νομίζεις ότι ανταποκρίνονται στα "θέλω" σου αλλά αυταπατάσαι. Εθελοτυφλείς πως το κοινωνικά αποδεκτό ταυτίζεται με το προσωπικά επιδιώξιμο και τελικά, βρίσκεσαι στα δίχτυα που οι άλλοι ίσως άπλωσαν για σένα μα εσύ μπερδεύτηκες σε αυτά!
Μπορώ να κατευθύνω τη ζωή μου, να ακολουθήσω όποια διαδρομή επιθυμώ.
Κι όμως, στέκομαι ακίνητη. Φταίει που δεν έχω χάρτη. Άραγε, τον έχασα; Τον έδιωξα αφελώς; Μήπως αυτονομήθηκε και δραπέτευσε απ'τα χέρια μου;
Πάντα ήμουν εξαρτημένη από έναν χάρτη... Πάντα είχα οδηγό στην πορεία μου. Ποτέ δεν άφηνα τη ζωή μου χωρίς επίβλεψη απ'το ανήσυχο και ανασφαλές βλέμμα μου. Το τυχαίο ποτέ δεν το εμπιστεύτηκα. Πώς να το εμπιστευτώ; Είμαι πολύ δειλή για κάτι τέτοιο...
Χωρίς χάρτη νιώθω ζαλισμένη. Το άγνωστο προσφέρει άπειρες επιλογές. Ποιά να διαλέξω; Να διαλέξω; Ίσως προτιμώ το βάλτο μου... Μέγαλη σκοτούρα να αναζητάς το στόχο σου. Είναι πάντα θαμπός. Εγώ έτσι τον βλέπω. Εγώ έτσι έχω επιλέξει να τον βλέπω... Είμαι δειλή.
Μια απόκοσμη σιγή την έφερε στα όρια της. Θέλησε να αντισταθεί μα της ήταν αδύνατον ...
Οι κόρες των ματιών της είχαν ήδη προσαρμοστεί στο γοητευτικό σκοτάδι του δωματίου. Μπορούσε πια να διακρίνει μαύρες φιγούρες...Αναγνώριζε τα όρια των διαφόρων αντικειμένων που την περικύκλωναν και τολμούσε να τα δει ως θεατές με έκδηλο θαυμασμό προς το άμορφο πρόσωπό της...
Άρχισε δειλά τη χορευτική της παράσταση…
Η λεκάνη της έσπασε, τα γόνατά της λύγισαν και ο κορμός της κατέρρευσε, δίνοντας την αίσθηση μιας ολικής καταστροφής. Δεν άργησε όμως, να ξαναχτίσει τα μέλη του σώματός της, όπως ορίζει η περήφανη δομή της ορθοστασίας!
Το ξύλινο πάτωμα ασκούσε μια μεθυστική έλξη στο βλέμμα της που αρνούταν πεισματικά να στραφεί προς τα πάνω. Όλη της η ανασφάλεια εκτονωνόταν σε αυτό το άτολμο βλέμμα!! Το χέρι της, πολλές φορές, έπαιρνε την πρωτοβουλία και άγγιζε τα βλέφαρά της, χάιδευε το μέτωπό της...αγωνιζόταν να νιώσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Είχε δει τον εαυτό της στον καθρέφτη...είχε ξοδέψει ώρες βλέποντας τον εαυτό της στον καθρέφτη. Κι όμως, δεν είχε δει ποτέ τίποτε άλλο, παρά μια κατοπτρική ανάκλαση μιας γνώριμης, οβάλ, ανέκφραστης και ατελούς φάτσας.
Ο χορός είχε πάρει τη μορφή μιας άτυπης γνωριμίας της με την αίσθηση της αφής... Απολάμβανε τη διαδικασία, καθώς είχε νεκρώσει εκούσια κάθε άλλη της αίσθηση.
Άγγιξε το στόμα της...το σφράγισε βίαια με την παλάμη της για να μη μιλήσει. Δεν ήθελε να εκφραστεί συμβατικά, δεν ήθελε λόγια! Εκείνη την ώρα, αισθανόταν μια έντονη αποστροφή προς ο,τιδήποτε ηχηρό. Εκείνη τη στιγμή, αποζητούσε την κίνηση, την ασυνάρτητη κίνηση, την απελευθερωτική, αγνή, πρωτόγονη και φλύαρη κίνηση!
Έκλεισε τα μάτια της, αφέθηκε εκτός βάρους και ξεχύθηκε σε έναν ανισόρροπο βηματισμό που την οδήγησε στο πάτωμα. Ενοχλήθηκε από τον θρασύ, απροσκάλεστο ήχο που γέννησε η πτώση... Έσυρε τα γόνατα προς τον κορμό της και κούρνιασε αγκαλιάζοντάς τα σε στάση εμβρύου. Κρύωνε κι ανάγκασε τους μύες της σε μια σπασμωδική, επαναλαμβανόμενη κίνηση... Τίποτα ωστόσο, δεν ήταν ικανό να ματαιώσει την παράστασή της!
Στηρίχθηκε στα πέλματά της και κουβαριασμένη πάνω σ' αυτά, άρχισε να ξεδιπλώνει το κορμί της σπόνδυλο-σπόνδυλο, ώσπου στάθηκε όρθια. Σε μια προσπάθεια να ζεσταθεί, βάλθηκε να στροβιλίζεται στον ατάραχο αέρα, γελώντας βουβά -διατηρούσε την ησυχία που τόσο λάτρευε-. Λαχάνιασε, ίδρωσε και διέταξε τον εαυτό της να ακινητοποιηθεί. Το στέρνο της όμως, με μια διάθεση ανυπακοής, συνέχισε αυθαίρετα το χορό του, ορμώμενο από τη βαρειά ανάσα που έδινε το ρυθμό...
Πέρασαν λίγα λεπτά αμηχανίας…
Ηρέμησε. Γαλήνεψε.Συνειδητοποίησε ότι τα είχε όλα! Η πληρότητά της κρυβόταν στην αίσθηση της ζεστασιάς που τώρα είχε διοχετευθεί σε ολόκληρο το σώμα της! Πέρασε τα δάκτυλα των χεριών της στα μπερδεμένα, σγουρά μαλλιά της, έστρεψε το βλέμμα ψηλά, χωρίς ντροπή και υποκλήθηκε στο κοινό της με μια απότομη, ίσως άγαρμπη, κίνηση που ανέβλυζε σιγουριά. Ο θρίαμβός της έληξε με μια ακαταμάχητη υπνηλία...
Φωτόνιο με φουντωτά και ατίθασα μαλλιά...
"Γεννήθηκα πριν από αιώνες αιώνων, σε έναν Χώρο όπου δεν υπήρχε χώρος και σε έναν Χρόνο όπου δεν υπήρχε χρόνος.Κατά καιρούς, πολλοί διερωτήθηκαν για τη φύση μου, και άλλοι πάλι έμειναν στο θαυμασμό και την αποδοχή..."(Γιώργος Γραμματικάκης)